Ηλίας Γ. Ελευθεριάδης - Σύγχρονη αντιμετώπιση του εμφράγματος

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΟΞΕΟΣ ΕΜΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ
Ηλίας Γ. Ελευθεριάδης: Επεμβατικός καρδιολόγος, ΙΑΣΩ General.
 
Η αναγνώριση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου και η θεραπεία του αποτελούν μια από τις πλέον επείγουσες καταστάσεις στην ιατρική πρακτική.
 
Στο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου η απόφραξη μιας στεφανιαίας αρτηρίας, τις περισσότερες φορές με θρόμβο, έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή του αίματος προς το μυοκάρδιο και τελικά τη μόνιμη νέκρωσή του με συνέπειες που συχνά είναι καταστροφικές. Η έγκαιρη λοιπόν αναγνώριση των συμπτωμάτων του εμφράγματος από τους ασθενείς, η άμεση μεταφορά τους στο νοσοκομείο και η ταχύτητα έναρξης της θεραπείας καθορίζουν κατά πολύ και την έκβαση της νόσου.
Οι σύγχρονες θεραπευτικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση του οξέος εμφράγματος  περιλαμβάνουν τη θρομβόλυση και την πρωτογενή αγγειοπλαστική. Κοινός στόχος αυτών των διαφορετικών θεραπευτικών προσεγγίσεων είναι η όσο το δυνατό ταχύτερη διάνοιξη της υπεύθυνης για το έμφραγμα στεφανιαίας  αρτηρίας, η πλήρης αποκατάσταση της αιματικής ροής και τελικά η διάσωση του μυοκαρδίου.
Η θρομβόλυση έχει ως στόχο τη διάλυση του θρόμβου με τη φαρμακευτική ενεργοποίηση του ενδογενούς ινωδολυτικού μηχανισμού. Η συστηματική χρήση της   στην αντιμετώπιση του οξέος εμφράγματος  καθιερώθηκε το 1986 όταν διαπιστώθηκε σημαντική μείωση της θνητότητας των ασθενών που έλαβαν θρομβολυτικούς παράγοντες εντός 6 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων τους. Η άμεση νοσοκομειακή έναρξη και η εύκολη χορήγησή της μέσω μίας περιφερικής φλέβας αποτελούν τα κύρια πλεονεκτήματα της θρομβόλυσης ενώ πιθανή αιμορραγία, ιδιαίτερα του εγκεφάλου, είναι η πιο σημαντική επιπλοκή της.
Η πρωτογενής αγγειοπλαστική εφαρμόζεται κατά την οξεία φάση του εμφράγματος με σκοπό τη μηχανική διάνοιξη της πάσχουσας αρτηρίας. Αφού εντοπισθεί η πάσχουσα στεφανιαία αρτηρία με άμεσο στεφανιογραφικό έλεγχο επιχειρείται η διάνοιξή της με τη διάταση ενός μικρού αεροθαλάμου (μπαλονάκι) στο σημείο της θρόμβωσης με ή χωρίς την τοποθέτηση ενδοστεφανιαίας πρόθεσης (stent). Από τα αποτελέσματα μεγάλων κλινικών μελετών φάνηκε  ότι η μέθοδος αυτή υπερτερεί της θρομβόλυσης στη μείωση της θνητότητας, της υποτροπής του εμφράγματος καθώς και στο κίνδυνο αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου.
 
Το ερώτημα που γεννάται είναι: πια από τις προαναφερθείσες θεραπευτικές μεθόδους είναι  η καταλληλότερη στην αντιμετώπιση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου; Θα λέγαμε ότι η επιλογή της θεραπείας εξαρτάται από πολλούς παράγοντες ενώ δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις συνδυασμού τους. Ο ασθενής που έχει τη δυνατότητα να μεταφερθεί επειγόντως σε νοσοκομείο εξοπλισμένο με εργαστήριο καθετηριασμού και ακόμα περισσότερο με καρδιοχειρουργική κάλυψη, θα πρέπει να υποβάλλεται σε άμεσο στεφανιογραφικό έλεγχο και πρωτογενή αγγειοπλαστική της υπεύθυνης για το έμφραγμα στεφανιαίας αρτηρίας. Σε περίπτωση αποτυχίας της αγγειοπλαστικής ή / και σε σοβαρή στεφανιαία νόσο (νόσο στελέχους ή νόσο τριών αγγείων) θα πρέπει να οδηγείται στο χειρουργείο για αορτοστεφανιαία παράκαμψη (bypass). Εάν όμως δεν υπάρχει η δυνατότητα άμεσης επεμβατικής παρέμβασης στο νοσοκομείο υποδοχής του ασθενούς ή για τη μεταφορά του σε νοσοκομείο με τέτοια δυνατότητα απαιτείται πολύς χρόνος, τότε η άμεση θρομβόλυση  παραμένει η θεραπευτική μέθοδος επιλογής.
 
Ενώ γίνονται συνεχείς προσπάθειες και μελέτες για την καλύτερη φαρμακευτική και επεμβατική αντιμετώπιση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η βασική προϋπόθεση για την επιτυχία όλων των σημερινών και μελλοντικών θεραπειών παραμένει η άμεση διακομιδή του ασθενούς στο νοσοκομείο (εντός 1 ή 2 ωρών εάν είναι δυνατό από την έναρξη των συμπτωμάτων) ανεξάρτητα από την τελική επιλογή της θεραπείας.
 
 
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Τα αμαρτήματα της σύγχρονης ιατρικής »
Скачать шаблон Joomla с JooMix.org